Αρωματισμένο σπιτικό ξύδι

Tο να φτιάξει κανείς σπιτικό ξύδι ξεκινώντας από ένα κρασί που δεν είναι πια να το πιεις, είναι κάτι πολύ απλό, απαιτεί μόνο λίγο χρόνο και υπομονή.


Πριν, όμως, από τη προσπάθεια, είναι σημαντική μία στοιχειώδης όσο και ουσιαστική εισαγωγή πάνω στη παραγωγή του ξυδιού.

Με τη παρουσία οξυγόνου και με κατάλληλες συνθήκες θερμοκρασίας και περιβάλλοντος στα σταφύλια, τον μούστο αλλά και το κρασί, αναπτύσσονται εύκολα οξο-βακτηρίδια, ο μεταβολισμός των οποίων οδηγεί στη ζύμωση και τη διάσπαση της αιθυλικής αλκοόλης με τον σχηματισμό οξικού οξέως (πέρα από τη διάσπαση και άλλων ουσιών, που δημιουργούν άλλα, δευτερογενή προϊόντα). Η αυτογενής εξέλιξη, τότε, του μούστου δεν θα οδηγούσε τότε κρασί αλλά σε ξύδι. Αυτή είναι, στη πραγματικότητα, η φυσιολογική εξέλιξη κάθε κρασιού: να γίνει ξύδι. Το κρασί δεν είναι παρά μία ενδιάμεση φάση της ζύμωσης των σακχάρων του μούστου, μία ενδιάμεση όμως φάση που παράγει ένα προϊόν πολύ μεγαλύτερης εμπορικής αξίας από το ξύδι και γι’ αυτό η όλη διαδικασία “μπλοκάρεται” και σταματάει, σταθεροποιείται, εκεί με τη χρήση θειώδους ανυδρίτη, διάφορων πρόσθετων, παστερίωση, φιλτράρισμα, και άλλα πολλά.

Από εκεί ξεκινάει και η ιδέα σήμερα (ανάγκη εχθές) να φτιάξουμε ξύδι για τις ανάγκες του σπιτιού μας, μόνοι μας, ελέγχοντας σε ένα σημαντικό βαθμό τη ποιότητά του. Ακόμα και τη γεύση αλλά και το άρωμά του.
Έχοντας λοιπόν μία ποσότητα κρασιού που δεν πίνεται πλέον (έχει ξιδιάσει) ή δεν μας αρέσει, είναι αποτυχία, έχει περισσέψει μετά από ένα τραπέζι και ξεχάσθηκε μέρες μέσα στο ψυγείο “παίρνοντας κάπως”, μπορούμε εύκολα να φτιάξουμε το δικό μας, σπιτικό, ξύδι, στο οποίο μάλιστα θα προσθέτουμε κάθε φορά κάθε “νέο υπόλοιπο” κρασιού και αυτό θα αυξάνει σε ποσότητα.

Για την αρχική παρασκευή του θα χρειασθούμε μαγιά ξιδιού, τη λεγόμενη “μάνα”, τη δημιουργό όλων των επόμενων ποσοτήτων ξυδιού στο σπίτι μας. Και που βρίσκει κανείς αυτή την άλλη “μάνα”; Εγώ πάντα ήξερα ότι… “μάνα είναι μόνο μία”



Πριν από όχι πολλά χρόνια επισκέφθηκα για πρώτη φορά ένα πολύ όμορφο οικισμό στη βόρειο-δυτική Εύβοια, τις Ροβιές. Δυο βήματα πιο πάνω από την –πολύ πιο γνωστή– Λίμνη Ευβοίας. Ένα τοπίο όπου το πράσινο του πεύκου κατρακυλάει από το βουνό για να φθάσει μέχρι κάτω, χαμηλά, συναντά το γαλάζιο της θάλασσας.
Τα νερά (είμαστε στο βόρειο ευβοϊκό, λίγο πριν την Αιδηψό), παγωμένα, να νοιώθεις ότι αναγεννιέσαι μπαίνοντας μέσα (από τις πολλές πηγές γλυκού –και κρύου– νερού που έρχεται κατ’ ευθείαν από τα βουνά). Και τα χταπόδια πολλά. Image
Δεν χρειαζόμουν τίποτα περισσότερο. Πήγα και ξαναπήγα εκείνο το πρώτο καλοκαίρι και όλα τα καλοκαίρια μετά. Είναι τόσο κοντά άλλωστε. Στα 95 χιλιόμετρα από τη Χαλκίδα, μέσα από ένα δρόμο που σε όλο του το μήκος κινείσαι μέσα σε πευκοδάσος. Σε πολλές στροφές, βέβαια, πρέπει λοιπόν ξεκινώντας να απαντήσεις στο γνωστό δίλημμα: το ποτήρι είναι μισογεμάτο ή μισοάδειο; θα την αντιμετωπίσεις σαν μία πολύ ενδιαφέρουσα διαδρομή ή μία διαδρομή κουραστική; Για όσους φοβούνται το δεύτερο, υπάρχει και το όμορφο Πόρτο Ράφτη, μέσω Αττικής οδού. Εγώ απολαμβάνω κάθε φορά τη δροσιά στην οδήγηση, το καταπράσινο τοπίο, τις διάσπαρτες εξοχικές ταβέρνες (που όσο γραφικές και να μου φαίνονται δεν θα μπορούσα ποτέ να σταματήσω για φαγητό), τα κρεμασμένα στα πεύκα σακουλάκια που τους απομυζούν την χρήσιμη κεχριμπαρένια ρητίνη τους.
ImageΝαι, το ξύδι. Λοιπόν, εκεί στις Ροβιές για πρώτη φορά άκουσα για τη “μάνα” του ξυδιού. Από τη χρυσοχέρα κυρία Αρετή, του ξενοδοχείου Ροβιές, στη καρδιά του οικισμού. Χρυσοχέρα γιατί ότι δοκίμασα από τα χέρια της ήταν εξαιρετικό. Από τα γλυκά του κουταλιού της και τις μαρμελάδες έως τα περίεργα λικέρ της (ένα λικέρ τριαντάφυλλο που αν είχαν όμοιό του οι Θεοί του Ολύμπου θα τσιλιμπούρδιζαν ακόμη ανάμεσά μας, δίνοντας τροφή στον Τσιφόρο να γράψει και άλλα κατορθώματά τους στη πανέξυπνη «Ελληνική Μυθολογία” του. Τι νέκταρ μου λέτε τώρα…). Και από το ιμάμ της έως την εξαιρετική της μαγειρίτσα που μας ενθουσίασε ένα Μεγάλο Σάββατο βράδυ, επιστρέφοντας από μία αξέχαστη, κατανυκτική Ανάσταση στη Μονή Γαλατάκη.



Όταν μου έφερε τη “μάνα” για να την πάρω επιστρέφοντας στην Αθήνα, μου φάνηκε το πιο γλιτσερό πράγμα μετά τον γυμνοσάλιαγκα. Την πήρα όμως. Μέσα σε μία νταμιτζάνα όπου θα έφτιαχνα στη συνέχεια το ξύδι μου. Στη πραγματικότητα, δεν είναι τίποτα άλλο από το κατακάθι στο κάτω μέρος από ένα παλαιότερο βαρέλι με ξύδι. Αυτή που μου έδωσε η κυρία Αρετή ήταν αρκετά συνεκτική, σαν ένα μέτρια πηγμένο ζελέ, και προοριζόταν για να δώσει την εκκίνηση για τη ζύμωση στο κρασί που θα προσέθετα στη συνέχεια στη νταμιτζάνα. Ένας γλιτσερός αλυτάρχης.
Και αν δεν γνωρίζουμε μία κυρία Αρετή; Εάν δεν έχουμε κατακάθι από βαρέλι ξυδιού; Πριν… πέσετε στα ξύδια του εμπορίου, δοκιμάστε να φτιάξτε τη δική σας “μάνα”, με τρόπο απλό όσο και αποτελεσματικό.

Η σπιτική παραγωγή ξυδιού, σαν σύλληψη, είναι παρόμοια με εκείνη του γιαουρτιού, αφού και οι δύο βασίζονται στη χρήση μίας αρχικής καλλιέργειας βακτηριδίων που λειτουργεί σαν μπόλιασμα για να “μολύνει” ποσότητες των υλικών που θα μεταμορφώσει. Σε αντίθεση με το γιαούρτι, στη περίπτωση του οποίου τα βακτηρίδια που κάνουν την αντίστοιχη δουλειά τα αγοράζουμε (έστω και σαν γιαούρτι), για το κρασί που θα μεταμορφώσουμε σε ξύδι αυτή η καλλιέργεια βακτηριδίων είναι απαραίτητο να δημιουργηθεί “από το τίποτα”.

Για να εξασφαλίσουμε την επιτυχία της προσπάθειάς μας να φτιάξουμε ξύδι πρέπει αρχικά να σιγουρευτούμε ότι το κρασί που θα αποτελέσει τη βάση του δεν είναι σταθεροποιημένο. Ο μόνος τρόπος για να το μάθουμε αυτό είναι να ρωτήσουμε τον ίδιο τον παραγωγό. Αυτό βέβαια είναι δυνατό μόνο όταν πρόκειται για τοπικά κρασιά, γνωστών φίλων ή συγγενών. Παρ’ όλα αυτά, ένα κρασί που “έχει γίνει ξύδι”, σίγουρα δεν έχει σταθεροποιηθεί με τον σωστό τρόπο. Μας κάνει λοιπόν.

ImageΓια να φτιάξουμε, λοιπόν, “από το τίποτα”, χωρίς “μάνα”, το δικό μας ξύδι, αδειάζουμε αρχικά μία ποσότητα (ας πούμε γύρω στα δύο λίτρα) κρασιού σε ένα δοχείο πολύ μεγαλύτερης χωρητικότητας, μία μικρή νταμιτζάνα για παράδειγμα, έτσι ώστε η επιφάνεια του κρασιού που έρχεται σε επαφή με τον αέρα να είναι κατά το δυνατόν μεγάλη. Η νταμιτζάνα, με το ψηλό λαιμό και το στενό στόμιο εμποδίζει την επαφή με τη σκόνη ενώ αφήνει ανεμπόδιστα την είσοδο οξυγόνου.

Η κυρία Αρετή είχε σκεπάσει τη νταμιτζάνα που μου έδωσε όχι με κάποιο φελλό αλλά με ένα πανί. Ο αέρας (και το οξυγόνο) έμπαινε ανεμπόδιστα, η σκόνη έμενε απ’ έξω, το κρασί “δούλευε” μέσα.

ImageΣτη φωτογραφία δίπλα, φαίνεται η νταμιτζάνα (του τότε) και ένα μπουκάλι Bonarda του ’83 (όσοι γνωρίζουν από ιταλικά κρασιά ξέρουν τι μπορεί να σημαίνει) που –δυστυχώς– η όχι καλή συντήρηση θα το οδηγήσει σήμερα, μετά είκοσι έτη (και βάλε) στο αδηφάγο εσωτερικό της νταμιτζάνας. Πίσω και ανάμεσά τους, η ανθισμένη πασχαλιά μας, τα άνθη της οποίας θα αποτελέσουν το… αρωματικό στο επόμενο πείραμά μου.

Σε διάστημα ενός μήνα, περίπου, και σε θερμοκρασία περιβάλλοντος, τα οξο-βακτηρίδια πολλαπλασιάζονται για τα καλά και σχηματίζουν στον πάτο της νταμιτζάνας ένα κατακάθι που έχει αυτή τη γλιτσερή υφή που λέγαμε προηγουμένως και που θα λειτουργήσει σαν μπόλι από οξο-βακτηρίδια που θα μεταμορφώνουν το “υγειές” κρασί που λίγο-λίγο θα προσθέτουμε στη νταμιτζάνα. Δεν πρέπει ποτέ να γεμίζει έως επάνω η νταμιτζάνα, απλά αντικαθιστούμε την ποσότητα ξυδιού που έχουμε “τραβήξει”, κάθε φορά, προς χρήση.

Όσον αφορά στο χώρο όπου θα γίνει αυτή η “μεταμόρφωση”: Ένα σπίτι με φυσιολογική θέρμανση ή ένα υπόγειο όχι πολύ δροσερό, είναι απόλυτα ικανοποιητικά για να κάνουν σωστά τη δουλειά τους τα βακτηρίδια, αλλά για να πιάσουμε το “μπόλι” θα πρέπει να περάσει ένας χρόνος κάπως μεγαλύτερος από τον μήνα. Ας πούμε… άλλες δύο εβδομάδες. Λένε ότι η θερμοκρασία που μπορούν να “δουλέψουν” τα βακτηρίδια είναι μεταξύ 18 και 35 βαθμών Κελσίου. Προσοχή, εάν θέλοντας να επιταχύνουμε τη διαδικασία και να μειώσουμε τους χρόνους σκεφθούμε να θερμάνουμε τεχνητά το κρασί, τα βακτηρίδια θα πεθάνουν μιας και με αυτό τον τρόπο το κρασί μας περνά από ένα είδος παστερίωσης.

Το ξύδι που φτιάχνουμε με αυτόν τον τρόπο μπορεί να χρησιμοποιηθεί αμέσως, αν και όσο παραμένει στη νταμιτζάνα και παλιώνει, τόσο καλύτερο γίνεται. Όταν η κυρία Αρετή μου έδινε την πρώτη εκείνη “μάνα”, τη θυμάμαι να μου λέει, κλείνοντάς μου το μάτι: “Όταν θα είναι έτοιμο, σύγκρινέ το με αυτά του εμπορίου. Θα εκπλαγείς”.



ImageΑλλά, προηγούμενα, είχε προλάβει να με εκπλήξει το θέαμα ενός καταρράκτη, σε ένα ειδυλλιακό τοπίο, πέντε λεπτά απόσταση με τα πόδια από τη δημοσιά (μέσα από ένα πολύ προσεκτικά διαμορφωμένο μονοπάτι (οι γέφυρες και τα στηρίγματα έχουν γίνει –από το Δασαρχείο Λίμνης– με φυσικά υλικά από το δάσος), μέσα σε οργιώδη βλάστηση και κάτω από πανύψηλα δένδρα (δρυς και μαύρη πεύκη, έλατα και κουμαριές). Εάν επισκεφθείτε τον καταρράκτη του Δρυμώνα, στα 20 λεπτά από τις Ροβιές, πάνω στο δρόμο προς το χωριό Κερασιά και από ‘κει στην Ιστιαία, σε ένα τοπίο όπου κυριαρχεί η πανέμορφη φύση, μπορείτε να περάσετε κάποιες αξέχαστες στιγμές χαλάρωσης δροσίζοντας τα πόδια σας στη κρυστάλλινη λίμνη του. Image

Δροσιστήκατε; Φύγαμε. Συνεχίζοντας στην ίδια πάντα κατεύθυνση, στο τμήμα του δρόμου Κερασιάς – Ιστιαίας μπορεί κανείς να επισκεφθεί το απολιθωμένο δάσος της Κερασιάς. Είναι ένα δάσος κοντά στην χωριό Κερασιά, ένας τόπος με πλήθος παλαιοντολογικών θησαυρών τόσο χλωρίδας όσο και πανίδας. Μελέτες έδειξαν ότι έχουμε να κάνουμε με ευρήματα ηλικίας από 10 έως ίσως και 25 εκατομμυρίων ετών.

Το εξαιρετικά ενδιαφέρον αυτό δάσος, ένα από τα πλουσιότερα απολιθωμένα δάση της Ελλάδας καταλαμβάνει μία μεγάλη περιοχή στο τρίγωνο Κερασιά-Παπάδες-Αγία Άννα, η σημαντικότερη όμως συγκέντρωση  απολιθωμένων κορμών βρίσκεται στη θέση Ψηλή Ράχη, δυτικά του χωριού Κερασιά. Δεν είναι όμως μόνον οι κορμοί. Η πανίδα της περιοχής περιελάμβανε μαχαιρόδοντες (αιλουριειδή σαν λιοντάρια), ελλαδοθήρια (καμηλοπαρδάλεις με κοντό λαιμό) και χαλικοθήρια. Στη περιοχή υπήρχαν ελέφαντες, ιππάρια και ιχθιθήρια (πρόγονος της ύαινας). Κάποια στιγμή έγινε μία μοναδική ανακάλυψη, με την ανεύρεση ενός κρανίου από ρινόκερο με δύο κέρατα. Όλα τα ευρήματα φυλάσσονται προς το παρόν στο Παλαιοντολογικό και Ανθρωπολογικό Μουσείο του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Είναι, πράγματι, απίστευτης ομορφιάς όλος ο ορεινός όγκος πίσω, στη πλάτη των Ροβιών. Σε ένα μικρό χωριουδάκι, δέκα σπίτια και μια εκκλησία από τις δύο μεριές της δημοσιάς, το Καλαμούδι (αν θυμάμαι καλά το όνομά του), έχω φάει τη νοστιμότερη μακαρονάδα με τριμμένο κατσικίσιο τυρί της ζωής μου. Κι αν έχω φάει μακαρονάδες εγώ… Έπρεπε να φθάσω στα μισά του δρόμου Ροβιές-Δρυμώνας για να πέσω πάνω σε αυτό το ποίημα. Σε ένα απλό εστιατόριο με αλουμινένια κουφώματα, ακριβώς πάνω στη δημοσιά.

Από ποιήματα όμως η περιοχή έχει και άλλα. Ένα από αυτά, ίσως το ομορφότερο, βρίσκεται στη παραλία, στο δρόμο προς την Αιδηψό, και –κατά τη γνώμη μου– θα έπρεπε να συνιστάται από τους ψυχιάτρους σαν ο απόλυτος προορισμός χαλάρωσης. Το πραγματικά γραφικό παραθαλάσσιο ψαροχώρι Ήλια θα σας κάνει να ξαναθυμηθείτε την ωραία πλευρά της ζωής. Που είναι, συνάμα, και απλή. Λίγο κρασί, λίγο θάλασσα και… το τρίτο στοιχείο ας είναι δική σας επιλογής. Τα Ήλια, πάντως, θα σας δώσουν την ευχαρίστηση να απολαύσετε αυτά τα τρία στοιχεία σε απόλυτη ηρεμία και χαλάρωση (και μαζί φρεσκότατο ψάρι, χταπόδι ψημένο με ανυπέρβλητη μαεστρία, σπιτικά γλυκά, ελληνικό καφέ που διαγράφει τους κάθε λογής freddo και frapee από το νου σας). Στο μικρό γραφικό καφενεδάκι, το μόνο του χωριού, πέντε μόλις μέτρα από το κύμα και κάτω από μία έγνοιο-σκοτώστρα μουριά, μπορείτε να δοκιμάσετε ένα γαλακτομπούρεκο βγαλμένο κατευθείαν από… την κουζίνα του σουλτάνου (με τους οπαδούς της βυζαντινής του προέλευσης, το συζητούμε αλλού).

Οι ψαροταβέρνες περισσεύουν. Από την πιο απλή και ήσυχη, της κυρίας Μαρίας διπλά ακριβώς στη θάλασσα, έως τον “Φάρο” την επιβλητική ψαροταβέρνα που δεσπόζει, φάρος αληθινός, στο μικρό ύψωμα στο τέλος του δρόμου, οι επιλογές για φρέσκο ψάρι και άλλα θαλασσινά είναι απεριόριστες. Είναι εκεί στον “Φάρο” που ένα προηγούμενο καλοκαίρι βρεθήκαμε τρεις διαφορετικές βραδιές με πανσέληνο. Το θέαμα της σκοτεινής θάλασσας με τη λωρίδα του σεληνόφωτος πάνω της ανυπέρβλητο. Η μυρωδιά των νυκτολούλουδων αισθαντική, η όλη ατμόσφαιρα θύμιζε έντονα ταινία με ελληνικό νησί της εποχής του ’60. Έχετε δει το “παιδί και το δελφίνι” με τη Σοφία Λόρεν; Μια τέτοια βραδιά σε ένα τέτοιο μέρος, δεν μπορεί παρά να σας αφήσει μόνους σας απέναντι στους εαυτούς σας και στο προαιώνιο δίλημμα “Τι είναι αυτό που το λένε αγάπη...” Τραγούδια μιάς άλλης εποχής. Κι’ ένας Τώνης Μαρούδας ανεπανάληπτος. Όχι τα ξύδια της εποχής μας…
Μα δεν είναι όλα τα ξύδια,… ξύδια. Υπάρχουν και αριστουργήματα. Και μάλιστα από εκείνα τα αριστουργήματα που μπορούμε να τα φτιάξουμε στο σπίτι μας.



Καλό αυτό το απλό ξύδι που μόλις φτιάξαμε, αλλά μπορούμε να πάμε πολύ παραπέρα. Μπορούμε να φτιάξουμε ιδιαίτερα ξύδια, προσθέτοντας αρωματικά, φρούτα, και καρυκεύματα. Και το αποτέλεσμα; Δεν θα πιστεύετε στη γλώσσα σας!!!

Μερικές από αυτές τις προσθήκες οδηγούν σε πολύ ενδιαφέροντα αποτελέσματα. Ας γνωρίσουμε ορισμένες :

ΞΥΔΙ ΜΕ ΔΙΑΦΟΡΑ ΠΙΠΕΡΙΑ
Υλικά: ξύδι από κόκκινο κρασί, ένα μίγμα διαφόρων πιπεριών (μαύρο, κόκκινο, άσπρο, πράσινο) σε κόκους
Ταιριάζει με: αρωματισμένες σαλάτες, αυγά, ψάρια, μοσχαρίσια φιλέτα

ΞΥΔΙ ΜΕ ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ
Υλικά: ξύδι από λευκό κρασί, εστραγκόν (φρέσκο, αν είναι δυνατόν)
Ταιριάζει με: χορταρικά, λευκά κρέατα, τηγανιτά ψαράκια σε μαρινάδα

ΞΥΔΙ ΜΕ ΣΜΕΟΥΡΑ
Υλικά: ξύδι από κόκκινο κρασί, φρέσκα σμέουρα (έστω και βατόμουρα)
Ταιριάζει με: σαλάτες με ψάρι, σουπιές μαγειρευτές

ΞΥΔΙ ΜΕ ΣΚΟΡΔΟ
Υλικά: ξύδι από κόκκινο κρασί, σκόρδο σε ολόκληρες σκελίδες
Ταιριάζει με: κρέας, λαχανικά, σαλάτες με διάφορα χορταρικά, τηγανιτά κολοκυθάκια σε μαρινάδα

ΞΥΔΙ ΜΕ ΦΡΟΥΤΑ ΤΟΥ ΔΑΣΟΥΣ
Υλικά: ξύδι από λευκό κρασί ή και σαμπάνια (γιατί όχι ;), φρούτα του δάσους φρέσκα-φρέσκα
Ταιριάζει με: κρέας, σαλάτες διάφορες, φρουτοσαλάτες (με ξύδι σαμπάνιας, εξαίσιο !!!)

ΞΥΔΙ ΜΕ ΜΕΛΙ ΚΑΙ ΡΟΖ ΠΙΠΕΡΙ
Υλικά: ξύδι από λευκό κρασί ή και μηλόξυδο, ροζ πιπέρι σε κόκκους, ανθόμελο
Ταιριάζει με: φρέσκες φράουλες, φρουτοσαλάτες, αρωματισμένες σαλάτες με διάφορα, κατσικίσια τυριά, κρέας, ψάρι στον ατμό.

ΞΥΔΙ ΜΕ ΚΑΥΤΕΡΗ ΠΙΠΕΡΙΤΣΑ
Υλικά: ξύδι από λευκό κρασί, δενδρολίβανο, φρέσκιες καυτερές πιπερίτσες, σκόρδο σε σκελίδες
Ταιριάζει με: σαλάτες διάφορες. τυριά διάφορα, χοιρινό, αρνί, γλυκόξινα πιάτα

ΑΡΩΜΑΤΙΚΟ ΞΥΔΙ
Υλικά:  ξύδι είτε από λευκό είτε από κόκκινο κρασί, φρέσκια μέντα, εστραγκόν, θυμάρι, δάφνη, σέλινο, κρεμμύδι, σκόρδο σε σκελίδες, πιπέρι σε κόκκους, ξυλάκια γαρύφαλλο
Ταιριάζει με: κρέας, ψάρια φούρνου, κουνέλι, κυνήγι, πατατοσαλάτα

ΞΥΔΙ ΜΕ ΡΟΖ ΠΙΠΕΡΙ
Υλικά: ξύδι από κόκκινο κρασί, ροζ πιπέρι σε κόκκους
Ταιριάζει με: σαλάτες διάφορων χορταρικών, ορεκτικά με ψάρι, κρέας.

ΞΥΔΙ ΜΕ ΣΚΟΡΔΟ ΚΑΙ ΛΕΒΑΝΤΑ
Υλικά: ξύδι από κόκκινο κρασί, σκόρδο σε σκελίδες, φρέσκα λουλούδια λεβάντας
Ταιριάζει με: σαλάτες, φρέσκα τυριά, κρέας, ψάρι, χορταρικά

ΞΥΔΙ ΜΕ ΦΡΑΟΥΛΕΣ
Υλικά: ξύδι από λευκό κρασί, φρέσκες φράουλες, ροζ πιπέρι σε κόκκους
Ταιριάζει με  καλοκαιρινές δροσερές σαλάτες

ΞΥΔΙ ΜΕ ΚΡΕΜΜΥΔΙ
Υλικά: ξύδι από κόκκινο κρασί, κρεμμύδι
Ταιριάζει με: σαλάτες, χορταρικά, κρέας

Μία τελευταία συμβουλή:
Ένας καλός τρόπος που αναδεικνύει το άρωμα ενός τέτοιου ξυδιού είναι η προσθήκη ψημένου ψωμιού σε απλές σαλάτες. Χρησιμοποιήστε το ίδιο καλά ψωμί του τοστ ή φέτες οποιουδήποτε είδους ψωμιού υπάρχει στο σπίτι. Ψήνουμε τις φέτες του ψωμιού ίσα να φρυγανιστούν λίγο εξωτερικά αλλά να είναι ακόμη μαλακές και αφράτες μέσα. Τις κόβουμε τότε σε μικρά κυβάκια.
Αυτά τα κυβάκια τα απλώνουμε στον πάτο μιας σαλατιέρας και τις ραντίζουμε με λίγο από το αρωματισμένο ξύδι μας.
Τα υπόλοιπα υλικά της σαλάτας μας ντρεσάρονται με λάδι, αλάτι και πιπέρι και μόνον τότε τα προσθέτουμε στη σαλατιέρα.

Ανάλογα με το αρωματισμένο ξύδι που θα χρησιμοποιήσουμε, μπορούμε να συνδυάσουμε τα υπόλοιπα υλικά για παράδειγμα:

  • Με ξύδι αρωματισμένο με καυτερή πιπερίτσα, τα υλικά της σαλάτας θα μπορούσαν να είναι ωμά κολοκυθάκια κομμένα σε ζουλιέν, κουκουνάρι και φιλέτο γλώσσας κομμένο σε κομματάκια.
  • Με ξύδι αρωματισμένο με μέλι και ροζ πιπέρι, τα υλικά της σαλάτας θα μπορούσαν να είναι ωριμασμένο κατσικίσιο τυρί, σε κυβάκια, και βραστά αυγά.
  • Με ξύδι αρωματισμένο με ροζ πιπέρι, τα υλικά της σαλάτας θα μπορούσαν να είναι φιλέτο καπνιστής πέστροφας ή σολωμού, κομμένο σε κομματάκια, και μαρούλι.

Το ροζ πιπέρι που αναφέρεται πιο πάνω δεν είναι πραγματικό πιπέρι. Είναι οι μικροί, σχεδόν -αλλά όχι εντελώς- ώριμοι και χωρίς κουκούτσι, καρποί ενός θάμνου της νότιας αμερικής (είναι γνωστό σαν “βραζιλιάνικο πιπέρι” ή Scinus Terebinthifolius). Το βρίσκει κανείς στο εμπόριο είτε αποξηραμένο είτε σε διάλυμα νερού με αλάτι (σαλαμούρα) και έχει ένα άρωμα πολύ πιο ντελικάτο από των άλλων ειδών πιπεριού.

Είμαι σίγουρος ότι θα έχετε να αντιπροτείνετε δεκάδες άλλες εφαρμογές. Please, κάντε το. Θα μου άρεσε να δω ιδέες, πολλές ιδέες, να ξεπετάγονται διαρκώς μέσα από το φόρουμ. Ίσως έτσι να έχω και εγώ κάτι να προτείνω την επόμενη φορά στη κυρία Αρετή. Στην υγειά της.

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Up ↑

Αρέσει σε %d bloggers: